Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παμπάλαιος < αρχαία ελληνική

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

παμπάλαιος, -η/-α, -ο

  1. πάρα πολύ παλιός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία