Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πάσα οι πάσες
      γενική της πάσας
    αιτιατική την πάσα τις πάσες
     κλητική πάσα πάσες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. πάσα (ουσιαστικό) < πασάρω + (αναδρομικός σχηματισμός) < ιταλική passare < λατινική passum, σουπίνο του pando < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *peth₂-
  2. πάσα (αντωνυμία) < πασαένας

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈpa.sa/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πάσα θηλυκό

  1. (λαϊκότροπο) η μεταβίβαση
  2. (ειδικότερα) (αθλητισμός) η μεταβίβαση της μπάλας σε συμπαίκτη, σύμφωνα με τους αντίστοιχους κανονισμούς για κάθε άθλημα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑντωνυμίαΕπεξεργασία

πάσα άκλιτο

  1. (λαϊκότροπο) κάθε

  Κλιτικός τύπος αντωνυμίαςΕπεξεργασία

πάσα θηλυκό

  1. θηλυκό του πας