Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
pass passes

pass (en)

  1. το πέρασμα, η διέλευση
  2. η άδεια εισόδου

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία


  ΡήμαΕπεξεργασία

pass (en)

  1. περνώ (κινούμενος)
  2. προσπερνώ
  3. περνώ (ένα μάθημα, σε εξετάσεις)