Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξεπερνάω < ξεπερν(ώ) + -άω < ξε- + περνώ [1] ή (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξεπερνῶ με βάση τον αόριστο ἐξεπέρασα για την αρχαία ελληνική ἐκπεράω / ἐκπερῶ (περνώ διαμέσου) [2]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kse.peɾˈna.o/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ξε‐περ‐νά‐ω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ξεπερνάω/ξεπερνώ, αόρ.: ξεπέρασα, παθ.φωνή: ξεπερνιέμαι, π.αόρ.: ξεπεράστηκα, μτχ.π.π.: ξεπερασμένος

  1. πηγαίνω πέρα από ένα συγκεκριμένο σημείο, υπερβαίνω κάποιο όριο
    Η φετεινή νεροποντή ξεπέρασε κάθε προηγούμενη.
  2. αποδεικνύομαι καλύτερος από κάποιον άλλον
    τον ξεπερνάει στο τρέξιμο τον Βαγγέλη

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

→ και δείτε τη λέξη περνάω / περνώ

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «ξεπερνώ, -άω» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. «ξεπερνώ» - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.