Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξε- < πρόθημα που προέκυψε από τις αρχαίες προθέσεις εκ και εξ

  ΠρόθημαΕπεξεργασία

ξε-

Το πρόθημα αυτό σχηματίζει πολλές λέξεις για να δηλώσει επιλογή από μια ομάδα, αλλά και το περισσότερο, το υπερβολικό, εκείνο που ξεπερνά ένα όριο, την έξοδο, όπως επίσης για να δηλώσει και την ακύρωση μιας ενέργειας ή τη στέρηση και την αφαίρεση. Στις περισσότερες λέξεις προέκυψε από τον αόριστο του συγγενούς ρήματος (π.χ. από τον αόριστο του εκθεώ, δηλαδή το εξεθέωσα, προέκυψε το ξεθέωσα και τελικά καθιερώθηκε ως ενεστώτας το ξεθεώνω και ως ουσιαστικά το ξεθέωμα)



  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία