Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξεκαρδίζομαι < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

ξεκαρδίζομαι, πρτ.: ξεκαρδιζόμουν, στ.μέλλ.: θα ξεκαρδιστώ, αόρ.: ξεκαρδίστηκα, μτχ.π.π.: ξεκαρδισμένος

  1. γελάω υπερβολικά, λύνομαι στα γέλια

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία