Arrows blue.png Δείτε επίσης: ἔξω, ἕξω

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

έξω < πρόθεση εξ + -ω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɛ.ksɔ/

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

έξω

  1. στο εξωτερικό μέρος, εκτός ενός κλειστού χώρου, συνήθως ενός κτηρίου
    βγήκε για λίγο έξω για μια δουλειά
  2. (μεταφορικά) η έξοδος με σκοπό τη διασκέδαση ή το φαγητό
    θα βγούμε έξω το βράδυ με φίλους
  3. (μεταφορικά) στο εξωτερικό
    πήγε έξω για μεταπτυχιακές σπουδές

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

έξω ουδέτερο άκλιτο

  1. ο εξωτερικός χώρος γενικά (δηλαδή έξω από το σπίτι)
    εμάς το καλοκαίρι μας αρέσει πολύ το έξω, τρώμε συνέχεια στον κήπο
  2. η διασκέδαση (εκτός σπιτιού)
    είναι άνθρωπος πολύ του έξω - δεν τον βάζει ποτέ σπίτι μέσα

  ΠρόθεσηΕπεξεργασία

έξω άκλιτο

  1. εκτός (από ένα σύνολο, ομάδα, οντότητα, αντικείμενο, οργάνωση κλπ.)
    τη διάταξη αυτή την άφησε απ' έξω από το νομοσχέδιο
  2. (για τον προσδιορισμό ή την απαρίθμηση ενός υποσυνόλου περιπτώσεων εξαίρεσης): εκτός
    κανένας άλλος δεν ξέρει τίποτα για την υπόθεση έξω από εμένα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

έξω ουδέτερο άκλιτο

  • η εξωτερική πλευρά ενός αντικειμένου
    το έξω της βαλίτσας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


  ΕπίθετοΕπεξεργασία

έξω (συνήθως με άρθρο)

  1. που μένει στο εξωτερικό
    οι έξω συγγενείς μου
  2. που αναφέρεται ή σχετίζεται με την κοινωνική ζωή
    δεν θέλει καμία επαφή με τον έξω κόσμο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία