Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρόβλεψη < (η λέξη μαρτυρείται από το 1769)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πρόβλεψη θηλυκό

  1. εκτίμηση του τι πρόκειται να γίνει
  2. (συνεκδοχικά) πρόνοια, μέριμνα από πριν για πιθανά μελλοντικά γεγονότα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία