Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πρόβλεψη οι προβλέψεις
      γενική της πρόβλεψης* των προβλέψεων
    αιτιατική την πρόβλεψη τις προβλέψεις
     κλητική πρόβλεψη προβλέψεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, προβλέψεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρόβλεψη < καθαρεύουσα πρόβλε(ψις) < πρό-βλεπ- + -σις > -ψις > -ψη < προβλέπω, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική prévision ή provision[1] (μαρτυρείται από το 1769)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈpɾo.vle.psi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πρό‐βλε‐ψη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πρόβλεψη θηλυκό

  1. εκτίμηση του τι πρόκειται να γίνει
  2. (συνεκδοχικά) πρόνοια, μέριμνα από πριν για πιθανά μελλοντικά γεγονότα
  3. (λογιστική) η δέσμευση κεφαλαίου από τα έσοδα μιας οικονομικής μονάδας για πιθανολογούμενη μελλοντική υποχρέωση
    η εταιρία έχει κάνει πρόβλεψη το ποσό των € 1.200.000 για την αποκατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος μετά την ολοκλήρωση των εξορύξεων
    βάση της πολιτικής για ικανοποιημένους πελάτες έχει γίνει πρόβλεψη € 22.000 για τυχόν ελαττωματικές συσκευές
    ※  Για παράδειγμα, η τεχνική του «Big Bath» χαρακτηρίζεται από επιβαρύνσεις των αποτελεσμάτων με αυξημένες προβλέψεις και άλλα έξοδα σε περιόδους ύφεσης, ενώ οι επόμενες χρήσεις εμφανίζουν ανάκαμψη των αποτελεσμάτων. Μελέτες έχουν δείξει ότι η χρήση της τεχνικής του «Big Bath» εφαρμόζεται από εταιρείες με κακή προηγούμενη διαχείριση. Δηλαδή, η επιχείρηση προβαίνει σήμερα σε μια μεγαλύτερη πρόβλεψη από αυτή που θα έπρεπε για να «σώσει ένα καλύτερο αύριο».[2]
    ※  Η αναγνώριση των προβλέψεων απαιτεί εκτίμηση, ερμηνεία πιθανοτήτων και βασικές υποθέσεις. Μελετητές της χρηματοοικονομικής λογιστικής υποστηρίζουν ότι οι εκτιμήσεις ανοίγουν την πόρτα σε πιθανή χειραγώγηση κερδών. [2]

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία