Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μελετάω < αρχαία ελληνική μελετάω

  ΡήμαΕπεξεργασία

μελετάω (ασυναίρετη μορφή του ρήματος μελετώ)



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μελετάω < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

μελετάω

  1. φροντίζω, μεριμνώ
  2. δίνω προσοχή
  3. ασκούμαι, εξασκούμαι, γυμνάζομαι
  4. επαγγέλλομαι (κάτι)
  5. ασχολούμαι συστηματικά (με κάτι)