Αγγλικά (en)Επεξεργασία

ενεστώτας examine
γ΄ ενικό ενεστώτα examines
αόριστος examined
παθητική μετοχή examined
ενεργητική μετοχή examining

  ΡήμαΕπεξεργασία

examine (en)

  • εξετάζω
    The lawyer examined the witness.
    Ο δικηγόρος εξέτασε τον μάρτυρα.