Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ΔΦΑ : /tʃɛk/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

check (en)

  1. η επιταγή, το τσεκ
  2. ο λογαριασμός (πχ στο εστιατόριο)
  3. το νύγμα ( )
  4. επιθεώρηση, εξέταση
  5. (σκάκι) το σαχ, το ρουά
  6. (συνήθως στον πληθυντικό) διακοσμητικό μοτίβο αποτελούμενο από τετράγωνα σε δύο χρώματα, όπως στη σκακιέρα

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας check
γ΄ ενικό ενεστώτα checks
αόριστος checked
παθητική μετοχή checked
ενεργητική μετοχή checking

check (en)

  1. ελέγχω, εξετάζω
  2. τσεκάρω

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία