Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τσεκ < αγγλική cheque < exchequer < παλαιά γαλλική eschequier < eschec < μεσαιωνική λατινική scaccus < αραβική شاه (šāh) < περσική شاه (šâh: βασιλιάς)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τσεκ ουδέτερο άκλιτο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία