Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το δικαίωμα τα δικαιώματα
      γενική του δικαιώματος των δικαιωμάτων
    αιτιατική το δικαίωμα τα δικαιώματα
     κλητική δικαίωμα δικαιώματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δικαίωμα < αρχαία ελληνική δικαίωμα (1.(σημασιολογικό δάνειο) γαλλική droit. 2.(σημασιολογικό δάνειο) γαλλική droits)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ði.ˈcε.ɔ.ma/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δικαίωμα ουδέτερο

  1. κάτι που δικαιούται κάποιος, που του το δίνει ένας γραπτός ή άγραφος νόμος ή κάποια αρχή
    δείτε τις λέξεις: καθήκον και υποχρέωση
  2. (πληθυντικός) δικαιώματα: η αμοιβή που ζητά κάποιος για κάποιο πνευματικό του έργο (π.χ. συγγραφικό)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία