Ετυμολογία

επεξεργασία
droit <

παλαιά γαλλική dreit < λατινική directus

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /dʁwa/
 

  Επίθετο

επεξεργασία
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό droit droits
θηλυκό droite droites

droit (fr)

  1. ορθός, στητός, ευθυτενής, ίσιος
  2. τίμιος, ντόμπρος

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
droit droits

droit (fr) αρσενικό

  Επίρρημα

επεξεργασία

droit (fr)

  • ευθεία
    va tout droit - πήγαινε όλο ευθεία