Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ίσιος ίσια ίσιο
γενική ίσιου ίσιας ίσιου
αιτιατική ίσιο ίσια ίσιο
κλητική ίσιε ίσια ίσιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ίσιοι ίσιες ίσια
γενική ίσιων ίσιων ίσιων
αιτιατική ίσιους ίσιες ίσια
κλητική ίσιοι ίσιες ίσια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ίσιος < μεσαιωνική λέξη που προήλθε από το επίσης μεσαιωνικό ισιάζω < αρχ. ελληνικό ρήμα ἰσάζω < αρχ. ελληνικό επίθετο ἴσος, αλλά ενώ η ριζική λέξη ἴσος παραμένει στη γλώσσα με την αρχική της έννοια ως ίσος, το παράγωγο ίσιος διαχωρίζεται σημαντικά ως έννοια

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈi.sçɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ίσιος, -α, -ο

  1. ευθύς (για γραμμές ή για αντικείμενα) ή επίπεδος (για επιφάνειες)
    κράτα το κορμί σου ίσιο, μην καμπουριάζεις
  2. (μεταφορικά) ο ίσιος δρόμος: η ζωή που είναι σύμφωνη με τους γραπτούς και άγραφους νόμους
  3. (μεταφορικά) (για χαρακτήρες) ευθύς, τίμιος, ειλικρινής, ντόμπρος

ΕκφράσειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία