Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ίσια < από το ίσια, τον πληθυντικό του ουδετέρου του επιθέτου ίσιος

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ίσια και πιο λαϊκά ίσα (επίρρημα)

  1. ευθεία
    τον είδα να προχωρά ίσια προς το γκρεμό
    Κόψ' το 'ίσια το ύφασμα
  2. ευθέως
    θα στο πω στα ίσια: μένω στα Πατήσια
    Τη ρώτησε έτσι απλά και ίσια. (Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη)
  3. μέχρι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτή μορφή επιθέτουΕπεξεργασία

ίσια ουδέτερο και θηλυκό

  1. ίσια, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού του ουδετέρου
  2. ίσια, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού του θηλυκού