Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ευθύς ευθεία ευθύ
γενική ευθύ
ευθέος
ευθείας ευθέος
ευθύ
αιτιατική ευθύ ευθεία ευθύ
κλητική ευθύ ευθεία ευθύ
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ευθείς ευθείες ευθέα
γενική ευθέων ευθειών ευθέων
αιτιατική ευθείς ευθείες ευθέα
κλητική ευθείς ευθείες ευθέα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ευθύς < αρχαία ελληνική εὐθύς

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ευθύς -εία -ύ

  1. ίσιος
  2. ειλικρινής και άμεσος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • ευθύς εξαρχής: από την αρχή
    το ξεκαθάρισα ευθύς εξαρχής ότι είμαι εδώ μόνο για να ακούσω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ευθύς< απ' το επίθετο ευθύς

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ευθύς

  1. αμέσως, χωρίς καθυστέρηση.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία