Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

ευθυδικία < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ευθυδικία θηλυκό

  1. η δίκαιη, ορθή απόφαση
  2. (νομικός όρος) η επιείκεια, η συγκαταβατικότητα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία