↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ευθύγραμμος η ευθύγραμμη το ευθύγραμμο
      γενική του ευθύγραμμου της ευθύγραμμης του ευθύγραμμου
    αιτιατική τον ευθύγραμμο την ευθύγραμμη το ευθύγραμμο
     κλητική ευθύγραμμε ευθύγραμμη ευθύγραμμο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ευθύγραμμοι οι ευθύγραμμες τα ευθύγραμμα
      γενική των ευθύγραμμων των ευθύγραμμων των ευθύγραμμων
    αιτιατική τους ευθύγραμμους τις ευθύγραμμες τα ευθύγραμμα
     κλητική ευθύγραμμοι ευθύγραμμες ευθύγραμμα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
 
Το ευθύγραμμο τμήμα ΑΒ.

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ευθύγραμμος < ευθύ(ς) + -γραμμος

  Επίθετο

επεξεργασία

ευθύγραμμος, -η, -ο

  1. που βρίσκεται σε ευθεία γραμμή
  2. (γεωμετρία) που αποτελείται από ευθείες γραμμές

  Μεταφράσεις

επεξεργασία