Δείτε επίσης: εἰλικρινής

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ειλικρινής ειλικρινής ειλικρινές
γενική ειλικρινούς ειλικρινούς ειλικρινούς
αιτιατική ειλικρινή ειλικρινή ειλικρινές
κλητική ειλικρινή(ής) ειλικρινής ειλικρινές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ειλικρινείς ειλικρινείς ειλικρινή
γενική ειλικρινών ειλικρινών ειλικρινών
αιτιατική ειλικρινείς ειλικρινείς ειλικρινή
κλητική ειλικρινείς ειλικρινείς ειλικρινή

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ειλικρινής < αρχαία ελληνική εἰλικρινής "αμιγής, χωρίς προσμείξεις"

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /i.li.kɾi.ˈnis/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ειλικρινής, -ής, -ές

  1. (για πρόσωπο) που λέει την αλήθεια, που εκφράζει τις πραγματικές σκέψεις και συναισθήματά του
     αντώνυμα: ψεύτης, υποκριτής
  2. (για ενέργεια) που εκφράζει τις πραγματικές σκέψεις και συναισθήματα κάποιου
    ειλικρινείς ευχαριστίες
     αντώνυμα: ψεύτικος, προσποιητός, υποκριτικός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία