Δείτε επίσης: ὑποκριτικός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο υποκριτικός η υποκριτική το υποκριτικό
      γενική του υποκριτικού της υποκριτικής του υποκριτικού
    αιτιατική τον υποκριτικό την υποκριτική το υποκριτικό
     κλητική υποκριτικέ υποκριτική υποκριτικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι υποκριτικοί οι υποκριτικές τα υποκριτικά
      γενική των υποκριτικών των υποκριτικών των υποκριτικών
    αιτιατική τους υποκριτικούς τις υποκριτικές τα υποκριτικά
     κλητική υποκριτικοί υποκριτικές υποκριτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υποκριτικός < αρχαία ελληνική ὑποκριτικός < ὑποκριτής < ὑποκρίνομαι < ὑπό + κρίνω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

υποκριτικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με την υποκρισία, αναφέρεται σ’ αυτήν ή υποκρίνεται
  2. που έχει σχέση με την υποκριτική, την ηθοποιία, ή αναφέρεται σ’ αυτή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία