Δείτε επίσης: ἠθοποιία

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ηθοποιία οι ηθοποιίες
      γενική της ηθοποιίας
    αιτιατική την ηθοποιία τις ηθοποιίες
     κλητική ηθοποιία ηθοποιίες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ηθοποιία < ελληνιστική κοινή ἠθοποιία < αρχαία ελληνική ἠθοποιός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ηθοποιία θηλυκό

  1. το επάγγελμα του ηθοποιού
  2. ο τρόπος με τον οποίο παίζει ένας ηθοποιός το ρόλο του

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία