Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ειλικρίνεια οι ειλικρίνειες
      γενική της ειλικρίνειας των ειλικρινειών
    αιτιατική την ειλικρίνεια τις ειλικρίνειες
     κλητική ειλικρίνεια ειλικρίνειες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ειλικρίνεια < αρχαία ελληνική εἰλικρίνεια < εἰλικρινής

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /i.li.ˈkɾi.ni.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ειλικρίνεια θηλυκό

  1. η ιδιότητα κάποιου που είναι ειλικρινής, που μιλά ανοιχτά για αυτό που πράγματι νιώθει ή σκέφτεται
  2. η συμπεριφορά κάποιου που είναι ειλικρινής
  3. η απροσποίητη συμπεριφορά
  4. το να εκφράζει κάποιος ό,τι πραγματικά αισθάνεται ή σκέφτεται
    ορισμένες φορές το μόνο που ζητά ο λαός από τους πολιτικούς είναι λίγη ειλικρίνεια

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία