Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η περιστροφή οι περιστροφές
      γενική της περιστροφής των περιστροφών
    αιτιατική την περιστροφή τις περιστροφές
     κλητική περιστροφή περιστροφές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

περιστροφή < αρχαία ελληνική περιστροφή < περί + στροφή

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pe.ɾi.stɾoˈfi/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

περιστροφή θηλυκό

  1. η στροφή ενός σώματος γύρω από τον εαυτό του
    η γη ολοκληρώνει μία πλήρη περιστροφή γύρω από τον άξονά της σε 24 ώρες
  2. η κίνηση ενός σώματος γύρω από ένα άλλο
    η γη ολοκληρώνει μία πλήρη περιστροφή γύρω από τον ήλιο σε ένα έτος
  3. η περιστροφική αναδιαρρύθμιση και το παγίωμα σε νέα θέση
    περιστροφή κειμένου*
  4. (στον πληθυντικό) η προσπάθεια να αποφύγεις να μιλήσεις ευθέως για το θέμα υπό συζήτηση
    απάντησέ μου χωρίς περιστροφές

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία