Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποφεύγω < αρχαία ελληνική ἀποφεύγω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.pɔ.ˈfɛv.ɣɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

αποφεύγω

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία