Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιδιώκω < αρχαία ελληνική ἐπιδιώκω< ἐπί + διώκω

  ΡήμαΕπεξεργασία

επιδιώκω

  1. επιζητώ, προσπαθώ να επιτύχω κάτι ή να πραγματοποιηθεί κάτι
    εκείνος ο δικηγόρος επιδιώκει τη δημοσιότητα με κάθε τρόπο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία