Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιδίωξη < επί+διώκω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

επιδίωξη θηλυκό

  1. σκοπός,σχέδιο, προσδοκία

2. σκόπιμη ενέργεια


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία