Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μακριά < μεσαιωνική ελληνική μακρέα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ma.kɾi.ˈa/

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

μακριά

  1. (τοπικό επίρρημα) σε μεγάλη απόσταση στο χώρο
    το σπίτι είναι μακριά από δω
  2. (χρονικό επίρρημα) σε μεγάλη απόσταση στο χρόνο
    το καλοκαίρι είναι ακόμα μακριά!

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • μακρυά από μας (από δω / από λόγου μας):έκφραση που χρησιμοποιείται με σκοπό να αποτρέψουμε κακό που αναφέρθηκε πριν

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

μακριά