Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική μακρύς μακριά μακρύ
γενική μακριού
μακρύ
μακριάς μακριού
αιτιατική μακρύ μακριά μακρύ
κλητική μακρύ μακριά μακρύ
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μακριοί
μακρείς
μακριές μακριά
γενική μακριών μακριών μακριών
αιτιατική μακριούς
μακρείς
μακριές μακριά
κλητική μακριοί
μακρείς
μακριές μακριά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μακρύς < μεσαιωνική ελληνική μακρύς < αρχαία ελληνική μακρός, -ά, -όν

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μακρύς, ιά, -ύ και μακριός, συγκριτ.: μακρύτερος

  1. μεγάλος σε μήκος
  2. μεγάλος σε διάρκεια

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • στο θηλυκό η ως τύπος διατηρείται για τις συλλαβές όπως αντίστοιχα και η βραχεία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία