Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μήκος μήκη
γενική μήκους μηκών
αιτιατική μήκος μήκη
κλητική μήκος μήκη

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μήκος < αρχαία ελληνική μῆκος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μήκος ουδέτερο

  1. μία από τις τρεις διαστάσεις (μαζί με το πλάτος και το ύψος), εκείνη που είναι μεγαλύτερη στο οριζόντιο επίπεδο.

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία