Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η διάσταση οι διαστάσεις
      γενική της διάστασης
& διαστάσεως
των διαστάσεων
    αιτιατική τη διάσταση τις διαστάσεις
     κλητική διάσταση διαστάσεις
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διάσταση < αρχαία ελληνική διάστασις < διίσταμαι (διά και ἵσταμαι)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διάσταση θηλυκό

  1. (μαθηματικά) το σύνολο των στοιχείων που παράγονται από ένα διάνυσμα μιας ελάχιστης γραμμικής θήκης ενός αλγεβρικού σώματος
    Ο προσδιορισμός ενός στοιχείου κατά την οποία χρησιμοποιείται μια διάσταση, συνεπάγεται ότι δεν υπάρχει τρόπος να προσδιοριστεί αυτό το στοιχείο μόνο με τις υπόλοιπες διαστάσεις.
  2. καθένα από τα τρία θεμελιώδη μεγέθη: μήκος, πλάτος, ύψος
    η τέταρτη διάσταση είναι ακόμα μία αμφιλεγόμενη έννοια
  3. (κατ' επέκταση) το μέτρο κάθε μιας από τις τρεις διαστάσεις
    τι διαστάσεις έχει το κουτί που θα μου στείλεις;
  4. η όψη μιας υπόθεσης, ενός προβλήματος κλπ.
  5. η επέκταση ή η ευρύτητα ενός φαινομένου
    η χρήση των ναρκωτικών έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις
  6. ο χωρισμός ανδρόγυνου
    είναι σε διάσταση με τον άντρα της και ετοιμάζονται για διαζύγιο

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • σε άλλη διάσταση: εντελώς διαφορετικά από το συνηθισμένο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία