Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διαστασιολόγηση < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διαστασιολόγηση θηλυκό

  • η καταχώρηση σε σχέδιο των διαστάσεων των σχεδιασμένων αντικειμένων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία