Παπιαμέντο (pap)Επεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

leu



Ρουμανικά (ro)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

leu (ro) αρσενικό

  1. (ζωολογία) λιοντάρι
  2. το λέι, εθνικό νόμισμα της Ρουμανίας

ΚλίσηΕπεξεργασία