↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μακρινός η μακρινή το μακρινό
      γενική του μακρινού της μακρινής του μακρινού
    αιτιατική τον μακρινό τη μακρινή το μακρινό
     κλητική μακρινέ μακρινή μακρινό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μακρινοί οι μακρινές τα μακρινά
      γενική των μακρινών των μακρινών των μακρινών
    αιτιατική τους μακρινούς τις μακρινές τα μακρινά
     κλητική μακρινοί μακρινές μακρινά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
μακρινός < μεσαιωνική ελληνική < μακριά

  Επίθετο

επεξεργασία

μακρινός, -ή, -ό

  1. που βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση
    μακρινές χώρες
  2. που συμβαίνει σε ή προέρχεται από έναν τόπο που βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση
    ακούγονταν κάτι μακρινές φωνές
  3. που συμβαίνει ή αναφέρεται σε μια εποχή που απέχει χρονικά πολύ από το παρόν (είτε στο παρελθόν ή στο μέλλον)
    οι επιστήμονες δεν έχουν αποφανθεί ακόμη αν τα απολιθώματα αυτά ανήκουν σε κάποιον μακρινό μας πρόγονο ή σε άλλο είδος
    αυτή η προοπτική είναι ακόμη πολύ μακρινή
  4. (μεταφορικά)
    μας επισκέφτηκαν κάτι μακρινοί μας συγγενείς που είχαμε να τους δούμε χρόνια

Αντώνυμα

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία