Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /fɔ(ɹ)/

  ΠρόθεσηΕπεξεργασία

for (en)

  1. για, προς (δηλώνει κατεύθυνση)
    I'm leaving for Athens - φεύγω για την Αθήνα (πάω στην Αθήνα)
  2. για (δηλώνει σκοπό)
    I looked at him for an answer - τον κοίταξα για μια απάντηση (για να μου δώσει μια απάντηση)
  3. για (δηλώνει αιτία)
    thank you for your answer - σας/σε ευχαριστώ για την απάντηση
  4. για, σχετικά με
    I am afraid for your life - φοβάμαι για τη ζωή σου (για την ασφάλεια της ζωής σου)
  5. εκπροσωπώντας κάποιον
    When I am on vacation, my brother runs the business for me.
    Όταν είμαι (λείπω) σε διακοπές, ο αδερφός μου επιβλέπει την επιχείρηση αντί για μένα (στη θέση μου, για χάρη μου).
  6. υπέρ
    All those for the proposal raised their hands
    Όλοι όσοι συμφωνούν με την πρόταση (είναι «υπέρ» της πρότασης), να σηκώσουν το χέρι τους
  7. (χρονικά) για, εδώ και
    I'll be out for a while - θα λείψω για λίγο
    I've been living in Athens for three years - ζω στην Αθήνα εδώ και τρία χρόνια

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

for < γαλλική forum

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /fɔʁ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

for (fr) αρσενικό

  1. (λόγιο) le for intérieur - το δικαστήριο της συνείδησης
  2. en mon (ton, son...) for intérieur - κατά βάθος, η συνείδησή μου

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία



Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

for (eo)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία