Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπέρ < αρχαία ελληνική ὑπέρ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /i.ˈpɛɾ/

  ΠρόθεσηΕπεξεργασία

υπέρ

  1. (+ αιτιατική) πιο πολύ, πιο πάνω
    υπέρ το δέον (παραπάνω από όσο χρειάζεται)
  2. (+ γενική) για να υπερασπιστεί κάποιος κάτι
    Ψήφισε υπέρ της ιδέας.
    Είστε υπέρ ή κατά;
  3. ως πρώτο συνθετικό δίνει στη συντριπτική πλειοψηφία των λεξων την έννοια της υπερβολής, του περισσότερου από το μέτριο ή από ένα όριο αναφοράς και σπανίως δινει την έννοια της υπεράσπισης ή του τοπικού υπεράνω ή παραπέρα
    υπερτροφικός, υπερτρίχωση, υπερωκεάνιο υπερρεαλισμός, υπέρογκος (υπερβολή)
    υπερώα (ο ουρανίσκος), υπερώο (ο εξώστης), υπερσιβηρικός, υπερυψώνω (τοπικό)
    υπεραμύνομαι, υπερασπίζομαι, υπερψηφίζω (υπεράσπιση)

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία