Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πολύ < επίθετο πολύς

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pɔ.ˈli/

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

πολύ

  1. σε μεγάλο βαθμό, όχι λίγο
    τρώει πολύ, γι' αυτό έχει παχύνει έτσι
    δε σε βλέπω πολύ καλά
    σ'αγαπώ πολύ
  2. πριν από επίθετα μετοχές ή επιρρήματα, δηλώνει τον υπερθετικό βαθμό
    πολύ καλός, πολύ όμορφη
    πολύ ευχαριστημένος
    πολύ καλά

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • για πολύ : για μεγάλο χρονικό διάστημα
  • λίγο πολύ : κατά κάποιον τρόπο
  • ούτε λίγο ούτε πολύ : κατά προσέγγιση, με άλλα λόγια
  • πολύ θέλει να... ; / δεν θέλει πολύ να... : για κάτι (συνήθως κακό) που έχεις πολλές πιθανότητες να συμβεί εάν δεν υπάρξει η απαραίτητη προσοχή

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτή μορφή επιθέτουΕπεξεργασία

πολύ