Άνοιγμα κυρίως μενού

Βικιλεξικό β

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διάστημα διαστήματα
γενική διαστήματος διαστημάτων
αιτιατική διάστημα διαστήματα
κλητική διάστημα διαστήματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διάστημα <
  1. αρχαία ελληνική διάστημα
  2. μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική espace

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διάστημα ουδέτερο

  1. αόριστη ή συγκεκριμένη τοπική, χρονική ή τονική απόσταση
    μεταξύ των δύο εμφανίσεών της υπήρξε ένα διάστημα που δεν έκανε τίποτε
    μεταξύ των δύο εμφανίσεών της υπήρξε ένα διάστημα τριών χρόνων που δεν έκανε τίποτε
    • (ειδικότερα) η απόσταση που χρησιμοποιούμε για να διαχωρίσουμε δύο λέξεις, το κενό
    οι δακτυλογράφοι παλιότερα, άφηναν ένα διάστημα μετά το κόμμα και δύο μετά την τελεία
  2. το υπόλοιπο, εκτός της Γης, σύμπαν
    στο διάστημα υπάρχουν χιλιάδες αστέρια
  3. (γραμματική) κενό ανάμεσα σε λέξεις
    • για επόμενο κενό διάστημα στο Βικιλεξικό γράφουμε & # 3 2 ; χωρίς κενά

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική διάστημα διαστήματε διαστήματα
Γενική διαστήματος διαστημάτοιν διαστημάτων
Δοτική διαστήματι διαστημάτοιν διαστήμασι
Αιτιατική διάστημα διαστήματε διαστήματα
Κλητική διάστημα διαστήματε διαστήματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διάστημα < διίστημι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διάστημα

  1. ο χώρος ανάμεσα σε δύο πράγματα
  2. η ακτίνα του κύκλου
  3. (ιατρική) η διάσταση των οστών
  4. η διαφορά
  5. ο συνδυασμός δύο όρων
  6. η έκταση ενός αντικειμένου, η διάστασή του
  7. η διάκριση (πχ. του ύφους)