Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ακτίνα οι ακτίνες
      γενική της ακτίνας των ακτίνων
    αιτιατική την ακτίνα τις ακτίνες
     κλητική ακτίνα ακτίνες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακτίνα < ελληνιστική κοινή ἀκτῖνα < αρχαία ελληνική ἀκτίς μέσω της αιτιατικής ἀκτῖνα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ακτίνα θηλυκό

  1. γραμμή φωτός (ή παρόμοιας ακτινοβολίας)
    Οι ακτίνες του ήλιου.
    οι ακτίνες Χ
  2. (γεωμετρία) το ευθύγραμμο τμήμα που συνδέει το κέντρο του κύκλου με ένα σημείο της περιφέρειάς του, η ημιδιάμετρος του κύκλου
    • το μέτρο αυτού του τμήματος
  3. (κατ' επέκταση) απόσταση που περιγράφει το εύρος μιας επιφάνειας
    η έκρηξη προκάλεσε καταστροφές σε ακτίνα εκατοντάδων μέτρων

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία