↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ἀκτῑν-
ονομαστική ἀκτίς αἱ ἀκτῖνες
      γενική τῆς ἀκτῖνος τῶν ἀκτίνων
      δοτική τῇ ἀκτῖν ταῖς ἀκτῖσῐ(ν)
ἀκτίνεσσι(ν)
    αιτιατική τὴν ἀκτῖν τὰς ἀκτῖνᾰς
     κλητική ! ἀκτίς ἀκτῖνες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀκτῖνε
γεν-δοτ τοῖν  ἀκτίνοιν
Το δίχρονο φωνήεν του θέματος σε -ῑν είναι μακρό.
3η κλίση, Κατηγορία 'δελφίς' όπως «δελφίς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ἀκτίς < (ίσως) πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *nókʷts Ο Beekes [1] βρίσκει σχέση με τη σανσκριτική λέξη अक्तु (ακτίνα, φως) και, αν και αναφέρει πως έχει προταθεί η σύνδεση με την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *nó/ekʷt- (*nókʷts), καταλήγει στο συμπέρασμα πως η λέξη είναι άγνωστης ετυμολογίας

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

ἀκτίς θηλυκό

  1. ακτίνα (ηλίου, τροχού κ.λπ.)
    ※  8ος πκε αιώνας   Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 11 (λ. Ἀλκίνου ἀπόλογοι: Νέκυια.), στίχ. 15 (15-16)
    οὐδέ ποτ' αὐτοὺς / Ἠέλιος φαέθων καταδέρκεται ἀκτίνεσσιν
    λείπει η μετάφραση
  2. φλόγα
  3. αστραπή
  4. λαμπρότητα
  5. αίγλη, δόξα

Άλλες μορφές

επεξεργασία

Εκφράσεις

επεξεργασία

Παράγωγα

επεξεργασία
 ετυμολογικό πεδίο 
ἀκτιν- 

& ἀκτινο- Αρχαίες ελληνικές λέξεις με πρόθημα ἀκτινο- στο Βικιλεξικό όπως

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
    Σχολιάζει: "remains without an etymology"