Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική ἀκτίς ἀκτῖνε ἀκτῖνες
Γενική ἀκτῖνος ἀκτίνοιν ἀκτίνων
Δοτική ἀκτῖνι ἀκτίνοιν ἀκτῖσι(ν)
Αιτιατική ἀκτῖνα ἀκτῖνε ἀκτῖνας
Κλητική ἀκτίς ἀκτῖνε ἀκτῖνες
δοτική πληθυντικού & ἀκτίνεσσιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀκτίς < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *akt-

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἀκτίς θηλυκό

  1. ακτίνα (ηλίου, τροχού κ.λπ.)
    οὐδέ ποτ' αὐτοὺς / Ἠέλιος φαέθων καταδέρκεται ἀκτίνεσσιν (Όμηρος, Οδύσσεια, λ 15-16)
  2. ἀκτῖνες μέσαι: μεσημέρι, μεσημβρία
  3. φλόγα
  4. αστραπή
  5. λαμπρότητα
  6. αίγλη, δόξα

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία