Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αίγλη
γενική αίγλης
αιτιατική αίγλη
κλητική αίγλη

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αίγλη < αἴγλη

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɛ.ɣli/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αίγλη θηλυκό

  1. ακτινοβολία, λάμψη, χλιδή
  2. το φωτοστέφανο των αγίων
  3. όρος της οπτικής για συγκεκριμένη μορφή ακτινοβολίας