Δείτε επίσης: Άγιος, ἅγιος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άγιος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἅγιος < αρχαία ελληνική ἅγιος (ιερός)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈa.ʝi.os/
ήχος  (ως τρισύλλαβο)
τυπογραφικός συλλαβισμός: ά‐γι‐ος
ΔΦΑ : /ˈa.ʝos/ προφορικό, με συνίζηση
ήχος  (ως δισύλλαβο)
τυπογραφικός συλλαβισμός: ά‐γιος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

άγιος, -α, -ο

  1. (θρησκεία) που έχει σχέση με το Θεό
    το Άγιο Πνεύμα
     συνώνυμα: θεϊκός
  2. που έχει ζήσει τη ζωή του σύμφωνα με τις οδηγίες της θρησκείας του
    ο άγιος Κωνσταντίνος, η αγία Ελένη
  3. (μεταφορικά) που είναι πολύ καλός και ήρεμος
    είναι άγιος άνθρωπος
    {[συνων}} καλόκαρδος

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Αρχικό γράμμα (δείτε Παράρτημα:Μικρό αρχικό γράμμα)

  • Η αναφορά σε αγίους και οσίους και η προσφώνηση ιερέων γίνεται με πεζό αρχικό γράμμα.
    Ο άγιος Νικόλαος ήταν επίσκοπος στα Μύρα.
    Η αγία Αικατερίνη είχε μαρτυρικό θάνατο.
  • Με κεφαλαίο αρχικό γράμμα εννοείται ναωνύμιο ή τοπωνύμιο.
    Παντρεύομαι στην Αγία Παρασκευή, είναι πολύ ευρύχωρη εκκλησία και θα χωρέσουν οι καλεσμένοι μου.
    Ο Άγιος Νικόλαος είναι μια χαριτωμένη πόλη στην Κρήτη.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

προφορά με συνίζηση

προφορά χωρίς συνίζηση

προφορά με ή χωρίς συνίζηση

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία