Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πανάγιος < παν + άγιος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pa.ˈna.ʝi.ɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πανάγιος, -ια, -ιο

  1. (θρησκεία): που έχει την ιδιότητα του άγιου σε εξαιρετικό βαθμό
    ο Πανάγιος Τάφος (ο τάφος του Ιησού Χριστού)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία