Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παν- < αρχαία ελληνική πᾶν (ουδέτερο του πᾶς)

  ΠρόθημαΕπεξεργασία

παν- και παμ-, παλ-, παγ-

  1. για να δηλωθεί ότι η παραγόμενη λέξη περιλαμβάνει όλα τα μέλη ενός συνόλου
  2. για να δηλωθεί μεγάλη ένταση ή μεγάλος βαθμός μιας ιδιότητας· τα επίθετα από παν- ισοδυναμούν με τον υπερθετικό βαθμό του απλού επιθέτου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία