Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παμ- < παν- με αφομοίωση του ν σε μ πριν από χειλικά σύμφωνα ή άλλο μ

  ΠρόθημαΕπεξεργασία

παμ-

  • δείτε τη λέξη παν-

ΣύνθεταΕπεξεργασία