Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παμφάγος < παμ- (παν-) + -φάγος (< θέμα αορίστου έφαγον του ρήματος τρώγω)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

παμφάγος, -α, -ο

  1. που τρώει και κρέας και φυτικές τροφές, που είναι ταυτοχρόνως και σαρκοφάγος και φυτοφάγος
    η αρκούδα και το ρακούν είναι ζώο παμφάγο
  2. που τρώει μεγάλες ποσότητες από οποιαδήποτε τροφή
  3. (μεταφορικά) που καταστρέφει τα πάντα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία