Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο φυτικός η φυτική το φυτικό
      γενική του φυτικού της φυτικής του φυτικού
    αιτιατική τον φυτικό τη φυτική το φυτικό
     κλητική φυτικέ φυτική φυτικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι φυτικοί οι φυτικές τα φυτικά
      γενική των φυτικών των φυτικών των φυτικών
    αιτιατική τους φυτικούς τις φυτικές τα φυτικά
     κλητική φυτικοί φυτικές φυτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φυτικός < αρχαία ελληνική φυτικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

φυτικός

  • σχετικός με τα φυτά, που προέρχεται από το φυτικό βασίλειο
    φυτικός οργανισμός, φυτικό κύτταρο, λίπος, φυτική ίνα

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  • φυτικές λειτουργίες: οι αυτόνομες λειτουργίες του οργανισμού, οι οποίες δεν εξαρτώνται από τη βούληση (π.χ. η αναπνοή)
  • φυτική κατάσταση: κατάσταση του εγκεφάλου κατά την οποία παύει να λειτουργεί ο φλοιός του, αλλά λειτουργεί στοιχειωδώς το στέλεχος

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία