Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στέλεχος στελέχη
γενική στελέχους στελεχών
αιτιατική στέλεχος στελέχη
κλητική στέλεχος στελέχη

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στέλεχος < αρχαία ελληνική στέλεχος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στέλεχος ουδέτερο

  1. κορμός ή βλαστός φυτού
  2. το κύριο τμήμα ενός αντικειμένου
  3. βασικό ή ηγετικό μέλος οργανωμένου συνόλου ανθρώπων
  4. στα λογιστικά έντυπα, αποδείξεις, εισιτήρια κ.λπ. το φύλλο που δεν αποκόπτεται και παραμένει στο μπλοκ
  5. το πιο οπίσθιο μέρος του εγκεφάλου, που συνδέει τον εγκέφαλο με το νωτιαίο μυελό. Λέγεται και εγκεφαλικό στέλεχος.
  6. ο κορμός του πέους

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική στέλεχος στελέχει στελέχη
Γενική στελέχους στελεχοῖν στελεχῶν
Δοτική στελέχει στελεχοῖν στελέχεσι(ν)
Αιτιατική στέλεχος στελέχει στελέχη
Κλητική στέλεχος στελέχει στελέχη

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στέλεχος < συγγενές του στειλαιός και στήλη και στέλλω και μακρινή συγγένεια με το ἵστημι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στέλεχος ουδέτερο

  1. κορμός φυτού, στέλεχος φυτού
  2. κούτσουρο
  3. (μεταφορικά) ο βλάκας, το τούβλο, ο χοντροκέφαλος