Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τούβλο τα τούβλα
      γενική του τούβλου των τούβλων
    αιτιατική το τούβλο τα τούβλα
     κλητική τούβλο τούβλα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τούβλο < λατινική tubulus

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τούβλο ουδέτερο

  • αντικείμενο που χρησιμεύει ως οικοδομικό υλικό· έχει σχήμα ορθογωνίου παραλληλεπιπέδου, κατασκευάζεται από πηλό και ψήνεται σε υψηλή θερμοκρασία
  • (μεταφορικά, μειωτικά) άνθρωπος που δεν μπορεί να καταλάβει και να αφομοιώσει τα σχολικά μαθήματα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία