Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

απόληξη < ελληνιστική κοινή ἀπόληξις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

απόληξη θηλυκό

  • το τμήμα ενός αντικειμένου που θεωρείται ότι είναι η άκρη του

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία